.............................................................................. με ειδήσεις και νέα από τον ιστορικό Μοριά

στον ιστορικό Μοριά...

    ~Η Πελοπόννησος είναι η μεγαλύτερη χερσόνησος της Ελλάδας, και ένα από τα εννέα γεωγραφικά της διαμερίσματα. Πληθυσμός: 1,1 εκατ. (2011) Βικιπαίδεια

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~
..........................................................Δείτε εδώ, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ...........

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

ΠΑΛΙΑ ΣΠΑΡΤΗ ΨΙΛΙΚΑΤΖΙΔΙΚΟ «ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑΣ –ΧΟΥΛΗΣ»



Κάποτε, στη μικρή γειτονιά των ανθρώπων της Σπάρτης, έζησαν και οι ψιλικατζήδες. Άνθρωποι φτωχοί, που μ’ ένα πανέρι στα χέρια , έναν πάγκο στο πεζοδρόμιο ή ένα αυτοσχέδιο καρότσι πουλούσαν ψιλικά για να ζήσουν . 
Ψιλικά, στη γλώσσα του λαού, είναι τα διάφορα μικροπράγματα μικρής αξίας, απαραίτητα όμως στην καθημερινή ζωή: Χτένες, καθρεφτάκια, κομπολόγια, νυχοκόφτες, κουβαρίστρες, καρούλια, βελόνες , καρφίτσες , παραμάνες , τσιμπιδάκια , φακοί, αναπτήρες, κουμπιά, κολόνιες φτηνές , πούδρες, σηκώστρες παπουτσιών, λάστιχα για ράψιμο, κόπιτσες, μεζούρες , πίπες καπνίσματος, ψαλίδια, βούρτσες, πορτοφόλια, σπάγκοι, τραγιάσκες, ζώνες , πινέλα και μηχανές ξυρίσματος , ξυραφάκια, κ.α.π .
Σήμερα, στην εποχή της ισοπέδωσης των πάντων , ο όρος «ψιλικατζής» αναφέρεται απαξιωτικά (δυστυχώς) σε ανθρώπους που δεν μπορούν να διακρίνουν το σημαντικό από το ασήμαντο . Στην πραγματικότητα όμως του «κάποτε» , οι ψιλικατζήδες ήταν οι χαρακτηριστικοί ήρωες των πεζοδρομίων και της Ζωής που με το «τίποτα» (κυριολεκτικά) πάσχισαν να ζήσουν τις οικογένειές τους σε εποχές δύσκολες και σκοτεινές . Στημένοι απ’ το πρωί ως το βράδυ πίσω από το υπαίθριο «μαγαζάκι» τους ή οργώνοντας τους δρόμους μαζί του , καρτερούσαν υπομονετικά να σταματήσει κάποιος περαστικός μπροστά τους , για να αγοράσει κατιτίς και να οικονομήσουν τον «άρτον τον επιούσιον» . Πολλοί απ’ αυτούς τους αγωνιστές της ζωής κατάφεραν με τη σκληρή δουλειά τους , να μετατρέψουν κάποια στιγμή τον πάγκο τους σε πραγματικό μαγαζί (ψιλικατζίδικο) και να διαπρέψουν σαν επαγγελματίες , διδάσκοντας πως στη ζωή , όσο κουρασμένος κι αν είσαι , ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάς και ότι με υπομονή κι επιμονή μπορείς να ανέβεις το δρόμο τον ανηφορικό , ώσπου να φτάσεις σ’ ένα πλάτωμα και να ξαποστάσεις δικαιωμένος . 
Ένας απ’ αυτούς τους ψιλικατζήδες που έγραψαν ιστορία στη Σπάρτη , ήταν και ο Νίκος Μερεκούλιας του Γεωργίου . Ο Νίκος , στα 1948 , στα μαύρα χρόνια του αδελφοκτόνου εμφυλίου πολέμου και σε μεγάλη , σχετικά , ηλικία , έφυγε απ’ το χωριό του τον Κεφαλά της Λακωνίας και ήρθε στη Σπάρτη , κυνηγώντας το όνειρο μιας καλύτερης ζωής . Έκανε πολλές δουλειές «του ποδαριού» ( μ’ ένα ποδήλατο κι ένα τελάρο με ψιλικά από πίσω πήγαινε στα χωριά και τα άλλαζε με αυγά , ψωμί , λάδι , αλεύρι , κ.α. . Αργότερα σαν σερβιτόρος (και μάλιστα καλός) στο εστιατόριο «ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ» στην κεντρική πλατεία ) , αλλά δεν ήταν αυτό που γύρευε στη ζωή του. Αποφάσισε , λοιπόν , να σταθεί στα δικά του τα πόδια . Να κάνει κάτι ολότελα «δικό του» . Έφτιαξε , γι’ αυτό , έναν πάγκο - καρότσι με τρεις μεγάλες ρόδες ποδηλάτου (μία μπροστά , δύο πίσω) τον γέμισε με ψιλικά (λίγα στην αρχή …περισσότερα κατόπιν) και άρχισε να στήνεται στα πεζοδρόμια του κέντρου της Σπάρτης , όπου είχε την περισσότερη κίνηση . Αγαπημένο του στέκι ήταν έξω από το φαρμακείο του Μαρκόπουλου , στις νότιες καμάρες της πλατείας , μαζί με άλλους συναγωνιστές του πεζοδρομίου , τον μπαρμπα –Βαγγέλα με τα παγωτά και τα ζαχαρωτά, τον Αθανασόπουλο («μπούζι-μπούζι») με τις πορτοκαλάδες , τις λεμονάδες , τις βυσσινάδες και τις γκαζόζες , τον Δαμιανό με τα πιάτα και τα γυαλικά , τον Κεφαλλονίτη τον Γιώργη τον «Πανώριο» με τα ψιλικά κι άλλους πολλούς . 

Απ’ το πρωί ως το βράδυ στο μετερίζι του πεζοδρομίου , με κρύα και χιόνια και βροχές και χειμώνες και ζέστες και ήλιο και καλοκαίρια και γιορτές και καθημερνές . Και σαν νύχτωνε για τα καλά , έπιανε τις λαβές του καροτσιού του ο κυρ Νίκος και τραβούσε να ξαποστάσει στο ταπεινό σπιτάκι που έμενε με το νοίκι , στο τέρμα της σημερινής Γκορτσολόγου , εκεί που συναντιέται με την Όθωνος Αμαλίας , όπου του είχε στρωμένο τραπέζι η γυναίκα του , η κυρα - Κανέλλα , με αγάπη πολλή , μ’ ένα πιάτο ζεστό φαΐ και μια κούπα κρασί , για να στυλωθεί η ψυχή και να ’χει ανάκαρο την άλλη τη μέρα ο κυρ Νίκος , να ξαναβγεί στη βιοπάλη για ένα «σήμερα» καλό , για ένα «αύριο» καλύτερο για κείνον , τη γυναίκα του και τα τρία του τα παιδιά .
Ήταν η εποχή , μετά τον πόλεμο , που οι άνθρωποι οι φτωχοί είχαν βγει από τα χαρακώματα του φόβου και είχαν μπει στο αλωνάκι της ζωής θαρραλέοι και αποφασισμένοι να παλέψουν και να νικήσουν .
Οι δουλειές του Νίκου Μερεκούλια , του ψιλικατζή , πήγαιναν καλά κι όταν το «σακούλι» άρχισε («φασούλι το φασούλι») να γεμίζει , παράτησε τον πάγκο και το καρότσι κι άνοιξε μαγαζί δικό του . Αυτό ήταν κάτι που το έκαναν τότε αρκετοί ψιλικατζήδες , πράγμα που δείχνει τη θέλησή τους να ξεφύγουν από τη μιζέρια και να κερδίσουν κι αυτοί μια θέση στον ήλιο . Το πρώτο ψιλικατζίδικο που άνοιξε ο κυρ Νίκος ο Μερεκούλιας , στα 1958 , ήταν ακριβώς απέναντι από τη θέση που έστηνε τον πάγκο , εκεί κοντά στη συμβολή Ευαγγελιστρίας και Παλαιολόγου , μιας και οι παλιοί δένονταν με αρραβώνα ζωής με τον τόπο που έζησαν κι ακούμπησαν τον ιδρώτα και το «αχ» τους. Όπως το σπίτι πίστευαν οι παλιοί πως έχει το καλό του «στοιχειό» , έτσι και οι αγωνιστές του πεζοδρομίου πίστευαν πως δεν πρέπει να απομακρύνονται από κει που έφαγαν ψωμί για να μην αλλάξει η τύχη η καλή .
Το πρώτο ψιλικατζίδικο του κυρ Νίκου του Μερεκούλια ήταν ένα μικρό , στενό μαγαζάκι , αρκετό όμως για να στεγάσει τα όνειρα του και ικανό να στηρίξει τη θέλησή του να προχωρήσει πάντα μπρος και να μην πισωγυρίσει ποτέ . Σ’ αυτά τα παλιά μικρά μαγαζάκια ποτέ δε μέτρησε το μέγεθος , παρά της καρδιάς το πύρωμα και η ατσάλινη θέληση εκείνων των ανθρώπων των «παρακατιανών» , που γνώρισαν από μικροί τις στενοχώριες της ζωής και όρθωσαν μπόι στους αγέρηδες της καταστροφής . Μπορεί να λύγισαν σαν τα καλάμια - κάποιες φορές - στην ορμή τους , αλλά δεν έσπασαν ! Άντεξαν!!!
Τα οργάνωσε ΟΛΑ με τάξη και με σύστημα ο κυρ Νίκος στο πρώτο του ψιλικατζίδικο . Γέμισε τα ράφια και τις βιτρινούλες με ψιλικά αλλά και ρούχα της ανάγκης (ήξερε πια καλά ΤΙ θα γύρευαν οι άνθρωποι οι φτωχοί και λαϊκοί απ’ το μαγαζί του) έβαλε στο βάθος κι ένα τραπεζάκι με μια καρέκλα που γι’ αυτόν ήταν θρόνος και ξεκίνησε τη νέα βιοπάλη , από θέσεις καλύτερες και πιο σίγουρες . Δίπλα του , ακριβώς στη γωνία Ευαγγελιστρίας και Παλαιολόγου , ήταν το ψιλικατζίδικο του Γιάννη Δασκαλάκη , αλλά αυτό δεν δημιουργούσε κανένα πρόβλημα . Ήταν τέτοιες οι εποχές και οι καταστάσεις , ώστε υπήρχαν περιθώρια δουλειάς , πολύ μεγάλα , για ΟΛΟΥΣ . Ο κόσμος ο λαϊκός , που γνώριζε τον κυρ Νίκο από την εποχή του καροτσιού και ψώνιζε απ’ αυτόν , τον ακολούθησε ΚΑΙ στο ψιλικατζίδικο . Ποικιλία ειδών , καλά πράγματα , φτηνές τιμές και , κυρίως , ανθρώπινη επαφή , επικοινωνία και ζεστασιά , από έναν επαγγελματία που ήξερε ΤΙ σημαίνει φτώχεια και ανάγκη ! 
Όταν οι δουλειές πήραν καλό δρόμο κάλεσε ο κυρ Νίκος ο Μερεκούλιας τον γιο του τον Βαγγέλη , που τότε δούλευε υπάλληλος στο χρωματοπωλείο «Ισάδα – Γιαννόπουλου» επί της Ευαγγελιστρίας , να μπει στο ψιλικατζίδικο και να «βάλει πλάτη», ώστε να μεγαλώσει και να ριζώσει ΚΑΙ στις επόμενες γενιές . 
Το ψιλικατζίδικο , στα χρόνια εκείνα , δεν ήταν ένα απλό μαγαζί . Ήταν ένα μεγάλο σχολείο όπου γνώριζες έναν κόσμο αυθεντικά λαϊκό , σε μια εποχή που η Σπάρτη δεν ήταν ακόμα η σημερινή μεγάλη και σύγχρονη πόλη , αλλά μια μικρή επαρχιακή πόλη που κατοικούνταν κυρίως από ανθρώπους της βιοπάλης , οι οποίοι πάσχιζαν καθημερινά να τα φέρουν βόλτα με κόπο πολύ και ιδρώτα και αγωνία . Το ψιλικατζίδικο ήταν ανεκτίμητης αξίας πόρτα για τον κόσμο αυτόν , αφού εδώ έβρισκαν τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή και την καθημερινότητά τους σε τιμές φτηνές και προσιτές .
Οι ρόμπες , οι τσάντες , τα φουστάνια , οι ποδιές , τα υφάσματα του μέτρου , οι μουσαμάδες , τα τραπεζομάντιλα , οι κουρτίνες , οι φόδρες , τα σακάκια , τα παντελόνια , οι κάλτσες , οι μαγκούρες , τα καπέλα , τα εσώρουχα , οι φανέλες , τα πουκάμισα , οι πιζάμες , τα νυχτικά , οι σχολικές ποδιές , οι ομπρέλες , οι παντόφλες , οι σαγιονάρες και οι γαλότσες κι ένα σωρό άλλα είδη «οικιακού εξοπλισμού» κι «ένδυσης» ήταν εκεί , τακτοποιημένα με νοικοκυροσύνη στα ράφια και στις κρεμάστρες, πλάι στα ψιλικά , και περίμεναν – καθημερινά - το νοικοκύρη ή τη νοικοκυρά για να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας και του σπιτιού ! Πραγματικά , χάρη στα ψιλικατζίδικα , οι λαϊκοί άνθρωποι εκείνης της δύσκολης εποχής κατάφεραν να επιβιώσουν διατηρώντας ένα επίπεδο αξιοπρέπειας κοινωνικής και ποιότητας ζωής .
Τα χρόνια πέρασαν , το ψιλικατζίδικο «ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑ» πήγαινε καλά και πάρθηκε η απόφαση , στα 1971 , να μεταφερθεί σε άλλο χώρο , πιο μεγάλο , ώστε να επεκταθεί επαγγελματικά και να πάρει νέα πνοή . Έτσι , νοικιάστηκε , ακριβώς απέναντι , στην οδό Ευαγγελιστρίας αρ. 55 , ένα κατάστημα που πληρούσε τις προδιαγραφές που είχαν κατά νου ο κυρ Νίκος και ο Βαγγέλης Μερεκούλιας , ο γιος του .
Ο κυρ Νίκος ο Μερεκούλιας , που από το ΤΙΠΟΤΑ κατάφερε με τον προσωπικό του αγώνα να στήσει μιαν ανθούσα επιχείρηση στο κέντρο της Σπάρτης , έφυγε ευχαριστημένος απ’ τη ζωή στα 1985 και το ψιλικατζίδικο πέρασε στα χέρια του γιου του Βαγγέλη Μερεκούλια , ο οποίος συνεταιρίστηκε με τον άντρα της αδερφής του, τον Χαράλαμπο Χούλη , οικοδόμο μέχρι τότε , κι έτσι η φίρμα έγινε «ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑΣ-ΧΟΥΛΗΣ» . Το ψιλικατζίδικο ΚΑΙ με τη νέα του μορφή διατήρησε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά λειτουργίας και οργάνωσης , με τη βεβαιότητα πως αυτό ήταν εγγύηση για τη μελλοντική του διαδρομή . Είναι αλήθεια πως τέτοια παραδοσιακά μαγαζιά μοιάζουν σαν τους οδηγούς των καραβανιών στην έρημο : Τραβάνε μπροστά κι από πίσω το καραβάνι ακολουθεί με εμπιστοσύνη , ξέροντας πως ο δρόμος και η πορεία είναι η σωστή και ασφαλής ! 
Στη 10ετία του ’90 οι παλιοί καπεταναίοι άρχισαν να παραδίνουν το πηδάλιο του σκάφους : Πρώτα αποχώρησε με σύνταξη ο κυρ Βαγγέλης ο Μερεκούλιας κι ύστερα ο κυρ Μπάμπης ο Χούλης .
Το ψιλικατζίδικο πέρασε στην τρίτη πλέον γενιά , στον γιο του κυρ Βαγγέλη , τον Νίκο Μερεκούλια και στην κόρη του κυρ Χαράλαμπου την Κανέλλα Χούλη , δυναμώνοντας έτσι τα όνειρα των παλαιών να αναβιώσει το ψιλικατζίδικό τους και να κρατηθεί γερό κι αγνό για πολλά χρόνια ακόμη , ώστε να προσφέρει στον κόσμο καλά και φθηνά λαϊκά είδη και ψιλικά , έτσι όπως έκανε από την πρώτη μέρα της λειτουργίας του , έτσι όπως έκανε ο πατριάρχης του μαγαζιού , ο κυρ Νίκος Μερεκούλιας , μπροστά στο αυτοσχέδιο καρότσι του εκεί στις καμάρες και στα πεζοδρόμια της Σπάρτης , σ’ εκείνα τα πέτρινα χρόνια .
Είναι πραγματικά συγκινητικό να συναντάς τέτοια φαινόμενα στη ζωή , ανθρώπων (δηλαδή) συγγενών που πορεύτηκαν μαζί και συνεργάστηκαν αρμονικά ΚΑΙ επαγγελματικά με αγάπη , τιμιότητα, ειλικρίνεια και ζεστασιά , να παραδίδουν αυτό το πνεύμα αγάπης και αλληλεγγύης ΚΑΙ στα παιδιά τους , κάνοντάς το Πολικό Αστέρα στο μακρύ και δύσκολο ταξίδι της ζωής , ώστε να μη χάνουν το δρόμο τους προς τα λιμάνια που καρτερούν . Μαζί τους , 33 ολόκληρα χρόνια , πιστή , ικανή και αφοσιωμένη υπάλληλος , η Αθηνά Μονεμβασίτη , φίλη , συμμαθήτρια και κουμπάρα της Κανέλλας , γεγονός που μαρτυράει κάτι πολύ γνωστό πλέον : ότι στα παλιά μαγαζιά οι υπάλληλοι έπαιρναν σύνταξη απ’ αυτά , αφού η σχέση που σφυρηλατούσαν με τους ιδιοκτήτες ξεπερνούσε κατά πολύ την τυπική σχέση αφεντικού – υπαλλήλου και γινόταν σχέση ζωής , συγγένεια που δεν ερχόταν εξ αίματος αλλά κατακτιόταν σε στέρεες βάσεις , μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο .
Ο κυρ Βαγγέλης ο Μερεκούλιας , αν και τα χρόνια άρχιζαν να βαραίνουν στους ώμους , συνέχιζε κάθε πρωί να πηγαίνει στο μαγαζί , να πίνει το καφεδάκι του , να αναπνέει τον αέρα του ψιλικατζίδικου , να βλέπει τους παλιούς φίλους και πελάτες , να αγγίζει και να τακτοποιεί τα ψιλικά και κάθε χρόνο να στολίζει τη μικρή βιτρινούλα στην πρόσοψη του μαγαζιού , που έχει γίνει σήμα κατατεθέν του ψιλικατζίδικου . Σήμερα , σε ηλικία 84 ετών , που τα πόδια του έχουν βαρύνει πια , βγαίνει μόνο μέχρι τη μικρή πλατεία της γειτονιάς του παρέα με τον αγαπημένο του σκύλο , κάθεται στο παγκάκι , αλλάζει «καλημέρες» με τους περαστικούς (μιας και όλοι τον γνωρίζουν και τους γνωρίζει όλους) κι ύστερα επιστρέφει, αργά – αργά , στο σπίτι του , εκεί στο Νέο Κόσμο , στο σπίτι που χτίστηκε κάποτε με τους καρπούς μιας τίμιας και κοπιαστικής δουλειάς χρόνων , το σπίτι όπου έζησε μιαν ευτυχισμένη και ήρεμη ζωή με τη γυναίκα του την Καλλιόπη , το γένος Ψηλακάκου από το Δαφνί , («τον άφησε μόνο» στα 1986) και τα δυο του παιδιά , τον Νίκο και την Κανέλλα .
Ο κυρ Χαράλαμπος ο Χούλης δεν στάθηκε τυχερός να ρουφήξει ως το τέλος το ποτήρι των γηρατειών . Έφυγε από τη ζωή στα 2016 , σε ηλικία 79 ετών , αφήνοντας πίσω του τη μνήμη ενός καλόκαρδου και γελαστού ανθρώπου με ξάστερο πρόσωπο , καλού οικογενειάρχη και τίμιου επαγγελματία !
Σήμερα , όταν μπαίνεις στο «ΨΙΛΙΚΑΤΖΊΔΙΚΟ ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑ – ΧΟΥΛΗ» νιώθεις ότι περνάς από μια Πύλη του Χρόνου κι αλλάζεις εποχή . Είσαι στο «Σήμερα» αλλά συγχρόνως αισθάνεσαι να σεργιανούν εκεί μέσα και οι αλλοτινές οι εποχές . Ακούς τις ομιλίες και τους ήχους του «Τώρα» αλλά μαζί έρχονται και συζητάνε - σαν γειτόνισσες από παλιά - οι μνήμες του «Χθες» . Βλέπεις τις εικόνες τις σημερινές , αλλά όπως στην οθόνη του σινεμά περνούν μπροστά στα μάτια σου και οι ασπρόμαυρες σκηνές μιας ωραίας ταινίας από τα περασμένα . Οι μνήμες και οι ιστορίες που κουβαλά μαζί του τούτο το αληθινό και ανθρώπινο μαγαζί έχουν νικήσει του Λήθη του Χρόνου . Όλα εκεί μέσα σου δημιουργούν την αίσθηση ότι κάπου , κάπως , κάποτε , τα έχεις ξαναδεί . Είναι ένα μαγαζί που νιώθεις οικειότητα κι εμπιστοσύνη, ένα ψιλικατζίδικο αυθεντικό που έμεινε σταθερό στην παράδοση και την απλότητα , ένα κατάστημα που αισθάνεσαι και ξέρεις πως εδώ θα βρεις εκείνο που ζητάς κι πως αν δυσκολεύεσαι θα σε βοηθήσουν να το βρεις . Έτυχα , π.χ. , εκεί , την ώρα που ένα νέο παιδί το οποίο θα πήγαινε φαντάρος, ρωτούσε τι θα χρειαστεί να πάρει μαζί του στο κέντρο νεοσυλλέκτων . Και ο Νίκος , με την εμπειρία των χρόνων που είχε αποθησαυρίσει σαν κληρονομιά από τους παλιούς , του έδωσε ό,τι θα του ήταν χρήσιμο στη νέα του ζωή : παραμάνες , λουκέτα , βελόνες , κλωστή , νυχοκόφτη , τσαντάκι ξυριστικών , σακίδιο ταξιδιού , φανέλες παραλλαγής , κλπ , κλπ . Έτυχα , πάλι μπροστά , σε άλλη στιγμή , που μια γιαγιά ήθελε να πάρει μια ρόμπα και δυσκολευόταν . Τελικά , με την υπομονή και τη βοήθεια της Κανέλλας και της Αθηνάς, βρήκε εκείνη τη «σκούρα και λουλουδάτη» ρόμπα που γύρευε κι έφυγε κατευχαριστημένη .
Βέβαια οι καιροί , η κοινωνία και οι άνθρωποι έχουν αλλάξει ριζικά και πολλά ποιοτικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας του Ψιλικατζίδικου «ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑ- ΧΟΥΛΗ» έχουν μεταβληθεί εκ των πραγμάτων . Υπάρχουν , λόγου χάρη , ακόμα γεμάτα τα κουτιά και τα συρτάρια με τα κουμπιά , αλλά στους καιρούς του ετοιματζίδικου ρούχου , κανείς πια δεν χρειάζεται να αγοράσει κουμπιά , τα οποία ήταν περιζήτητα την εποχή που δούλευαν οι μοδίστρες και οι ράφτες και οι γυναίκες έπλεκαν ρούχα στο χέρι . Η εισβολή του φτηνού , εισαγόμενου ρούχου στην αγορά , έριξε επίσης και την αγορά των ρούχων από το ψιλικατζίδικο . Συνεχίζουν όμως να κινούνται τα ψιλικά , τα εσώρουχα , οι κάλτσες , οι πιτζάμες και τα ρούχα εργασίας . Και πάντως παραμένει ακόμα ζωντανό κι ενεργό ένα παραδοσιακό αγοραστικό κοινό , για το οποίο το να αγοράζει τα χρειαζούμενα από το ψιλικατζίδικο «ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑ-ΧΟΥΛΗ» είναι τρόπος ζωής .
Σήμερα η Σπάρτη βρίσκεται σε μια μακρά μεταβατική περίοδο . Κάπου πηγαίνει , κάπου το πάει , αλλά ακόμα δεν μπορείς να μαντέψεις ποια θα είναι η κατάληξη , αν στο τέλος – δηλαδή - θα εξελιχθεί σε κάτι καλύτερο ή σε κάτι χειρότερο απ’ αυτό που ήταν. Σ’ αυτή τη δύσκολη πορεία , μαγαζιά όπως το παραδοσιακό ψιλικατζίδικο «ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑΣ – ΧΟΥΛΗΣ» δείχνουν το δρόμο , κρατάνε απαραίτητες ισορροπίες , ξυπνούν μνήμες αναγκαίες , βάζουν χρώμα και άρωμα στο γκρίζο και διατηρούν την αλυσίδα της παράδοσης άρρηκτη , θυμίζοντας κάθε στιγμή ότι η Σπάρτη ΠΡΕΠΕΙ να βρει τρόπο να παντρέψει αρμονικά το παλιό με το νέο , να μη χάσει τα σύνδεσή της με το «Χθες» , ώστε στην ολοκλήρωσή της να είναι μια πόλη σύγχρονη αλλά ανθρώπινη , μια πόλη που θα ζει στο «Σήμερα» , αλλά θα νιώθει και την ανάσα του «Χθες» .
Όπως ένας λαός που ξεχνά την Ιστορία του είναι προορισμένος να χαθεί , με όμοιο τρόπο και μια πόλη που κόβει τους δεσμούς με το παρελθόν της και απαρνιέται την ιστορική διαδρομή της θα γίνει μια πόλη χωρίς «ψυχή» , χωρίς ταυτότητα και χωρίς μέλλον . Η Σπάρτη πρέπει να βρει τρόπους (μέσα στις συγκλονιστικές μεταμορφώσεις που συντελούνται τις τελευταίες 10ετίες στο σώμα της) να διατηρήσει στοιχεία τα οποία θα τιμούν τους παλιούς ανθρώπους , αυτούς που έγραψαν λέξη –λέξη τη νεότερη ιστορία της και θα αποτυπώνουν με σαφήνεια την πορεία της από την ίδρυσή της έως ΚΑΙ το σήμερα .

«Το παρόν δεν ακινητοποιείται. Ενα καθαρό παρόν είναι αδιανόητο… θα ’ταν ανύπαρκτο. Το παρόν περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος του παρελθόντος και ένα μέρος του μέλλοντος». ΜΠΟΡΧΕΣ
24-5-2017
Βαγγέλης Μητράκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου